Το Βορειοκορεατικό ζήτημα

Το Βορειοκορεατικό ζήτημα

Στόχος της πολιτικής της ηλιοφάνειας ήταν ο σταδιακός σχηματισμός μιας κοινής οικονομικής βάσης ανάμεσα στα δύο κορεατικά κράτη, που θα καθιστούσε ευκολότερη την επίλυση των πολιτικών διαφορών στη συνέχεια

Σωτήριος Φ. Δρόκαλος *

Στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου το κορεατικό ζήτημα δεν καταλάμβανε κεντρική θέση στη σκηνή της διεθνούς διπλωματίας, αποτελώντας απλώς ένα από τα πολλά μέτωπα της παγκόσμιας διπολικής αντιπαράθεσης. Η κατάσταση άλλαξε μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς η βορειοκορεατική κομμουνιστική δικτατορία δεν ακολούθησε την πτώση σχεδόν όλων των άλλων καθεστώτων που ήταν προσδεδεμένα στο σοβιετικό άρμα, αλλά διατήρησε τη θέση της, και μάλιστα προχώρησε στην ανάπτυξη του πυρηνικού της προγράμματος.

Η ανησυχία που προκλήθηκε το 1993, όταν η Βόρεια Κορέα ανακοίνωσε ότι είχε την πρόθεση να αποσυρθεί από τη συνθήκη NPT (Non-Proliferation Treaty), που απαγορεύει την περαιτέρω διάδοση των πυρηνικών όπλων, φάνηκε ότι ξεπεράστηκε το επόμενο έτος, όταν η προεδρία Κλίντον και ο Βορειοκορεάτης δικτάτορας Κιμ Γιονγκ-ιλ, κατέληξαν σε μια συμφωνία με την επονομασία Agreed Framework. Η συμφωνία προέβλεπε ότι η Βόρεια Κορέα θα εγκατέλειπε κάθε σχέδιο χρήσης της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς, αποδεχόμενη τακτικούς ελέγχους, ενώ από την πλευρά τους οι ΗΠΑ θα βοηθούσαν και θα χρηματοδοτούσαν τη βορειοκορεατική παραγωγή πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς. Στα επόμενα χρόνια υπήρξαν εκατέρωθεν καταγγελίες για παραβίαση της συμφωνίας, με τους Αμερικανούς να υποστηρίζουν ότι οι Βορειοκορεάτες συνέχιζαν συγκεκαλυμμένα την ανάπτυξη του προγράμματος που στόχευε στη δημιουργία πυρηνικών όπλων, κάτι που αργότερα επαληθεύτηκε.

Παρ’όλα αυτά, το γενικότερο κλίμα της δεκαετίας του 1990 στις ΗΠΑ και γενικά στη Δύση χαρακτηριζόταν από αισιοδοξία, αφού μετά την πτώση του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού αναμενόταν μια ταχεία εξάπλωση της δημοκρατίας στον κόσμο. Συνεπώς τόσο η αμερικανική όσο και η νοτιοκορεατική ηγεσία, πίστευαν ότι το καθεστώς της Βόρειας Κορέας ήταν ούτως ή άλλως προορισμένο να καταρρεύσει σύντομα.

Η γενικότερη προσέγγιση και ερμηνεία των διεθνών ζητημάτων εκείνη την εποχή έδινε πρωταρχική σημασία στην προώθηση των διαδικασιών ισχυροποίησης της οικονομικής αλληλεξάρτησης, θεωρώντας ότι η οικονομική παγκοσμιοποίηση συμβάδιζε με τον εκδημοκρατισμό. Στα πλαίσια αυτής της γενικής αντίληψης, ο Νοτιοκορεάτης πρόεδρος Κιμ Ντε-γιουνγκ (1998-2003) εμπνεύστηκε και υιοθέτησε την πολιτική της «ηλιοφάνειας» έναντι του βορειοκορεατικού καθεστώτος.

Ο Κιμ Ντε-γιουνγκ ονόμασε την πολιτική του κατ’αυτόν τον τρόπο, αναφερόμενος στον γνωστό μύθο του Αισώπου, όπου ο ήλιος και ο άνεμος φιλονικούν για το ποιος είναι δυνατότερος. Ο πρόεδρος της Νότιας Κορέας πίστευε ότι η σκληρή στάση οδηγούσε το βορειοκορεατικό καθεστώς σε μεγαλύτερη αδιαλλαξία, και εκτιμούσε ότι μια πολιτική που θα πραγματοποιούσε άνοιγμα προς τη Βόρεια Κορέα, θα καθιστούσε σταδιακά το καθεστώς πιο ήπιο και συνεργάσιμο, όπως η ζεστασιά του ήλιου είχε κάνει τον περαστικό να βγάλει το παλτό του στον αισωπικό μύθο, σε αντίθεση με το άγριο φύσημα του ανέμου.

Στόχος της πολιτικής της ηλιοφάνειας ήταν ο σταδιακός σχηματισμός μιας κοινής οικονομικής βάσης ανάμεσα στα δύο κορεατικά κράτη, που θα καθιστούσε ευκολότερη την επίλυση των πολιτικών διαφορών στη συνέχεια. Σε πρώτη φάση η βαθμιαία οικονομική προσέγγιση και ενσωμάτωση της Βόρειας Κορέας στο διεθνές οικονομικό σύστημα, θα οδηγούσε σύμφωνα με το σχέδιο σε παράλληλη αναμόρφωση της πολιτικής της στάσης, ώστε να εγκαταλείψει την πολιτική και ιδεολογική της απομόνωση και να εισέλθει στη διεθνή κοινότητα.

Ωστόσο, η συνέχιση του πυρηνικού προγράμματος από τη Βόρεια Κορέα και η τραγωδία της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις ΗΠΑ, άλλαξαν εντελώς τα δεδομένα. Η ρεπουμπλικανική προεδρία Μπους μετατοπίστηκε από τις αρχικές συντηρητικές και απομονωτιστικές θέσεις της, υιοθετώντας τη νεοσυντηρητική λογική, και σε συμφωνία με το Δημοκρατικό Κόμμα έθεσε ως στόχο τον ριζικό μετασχηματισμό των κοινωνιών που θεωρήθηκε ότι υπέθαλπαν την τρομοκρατία και αποτελούσαν «rogue states» (κράτη παρίες). Έτσι, στην περιβόητη ομιλία του στις 29 Ιανουαρίου 2002, ο πρόεδρος Μπους συμπεριέλαβε τη Βόρεια Κορέα στις χώρες που συνέθεταν τον «άξονα του κακού».

Στη συνέχεια αποδείχτηκε ότι οι νεοσυντηρητικοί και οι Δημοκρατικοί είχαν υποτιμήσει τις δυσκολίες ενός τέτοιου εγχειρήματος, και συνεπώς η αμερικανική ηγεσία δεν πραγματοποίησε τη σειρά στρατιωτικών επεμβάσεων που αρχικά σχεδιάζονταν. Ωστόσο οι σχέσεις των ΗΠΑ με τη Βόρεια Κορέα παρέμειναν πολύ άσχημες.

Η σκιά της Κίνας

Η επιβίωση του καθεστώτος της Βόρειας Κορέας κατέστη όλα αυτά τα χρόνια δυνατή σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της στήριξης της Κίνας, η οποία, σε πλήρη αντίθεση με τις ΗΠΑ, έχει σοβαρούς γεωστρατηγικούς λόγους να επιθυμεί τη διαιώνιση της κορεατικής διχοτόμησης. Μια Κορεατική χερσόνησος ενωμένη και ενσωματωμένη στους δυτικούς θεσμούς θα αποτελούσε ένα καρφί στα πλευρά του ανερχόμενου κινεζικού κολοσσού, και σε συνεργασία με την Ιαπωνία και την Ταϊβάν θα εδραίωνε περισσότερο τον αμερικανικό έλεγχο στην Ανατολική Ασία, ενώ θα δυσχέραινε εξαιρετικά τον κεντρικό στρατηγικό κινεζικό σχεδιασμό. Ο τελευταίος στοχεύει στην απώθηση του αμερικανικού ναυτικού από την ευρύτερη περιοχή και την εγκαθίδρυση του κινεζικού ελέγχου.

Επομένως για τους Κινέζους η διατήρηση της διχοτόμησης στην Κορέα έχει κεφαλαιώδη στρατηγική σημασία, γιατί έτσι οι στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ και των τοπικών συμμάχων τους (Ιαπωνία, Νότια Κορέα) παραμένουν σε απόσταση από τα κινεζικά σύνορα, και η προσοχή τους είναι αναγκαστικά στραμμένη στο βορειοκορεατικό κράτος. «Κατ’αυτόν τον τρόπο η σημασία της Βόρειας Κορέας καταλήγει να είναι πολλαπλάσια του μεγέθους και της ισχύος της, εφόσον εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης λειτουργεί ως αιχμή και κάλυψη της Κίνας στα βορειοανατολικά της σύνορα, προσφέροντάς της πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.

Το γεγονός αυτό, και φυσικά η απειλή που θα αντιπροσώπευε η Βόρεια Κορέα συνολικά για τη διεθνή κοινότητα αν κατάφερνε να αποκτήσει διηπειρωτικούς πυραύλους, επιβάλλει για τις ΗΠΑ ως απώτερο στόχο την πτώση του βορειοκορεατικού καθεστώτος και την ένωση της Κορέας. Ο συγκεκριμένος στόχος θα μπορούσε να επιτευχθεί είτε με στρατιωτικά μέσα, είτε με μια εσωτερική ανατροπή του καθεστώτος, αλλά και οι δύο εκδοχές παρουσιάζουν πολύ μεγάλες δυσκολίες.

Καταρχήν μια στρατιωτική επέμβαση θα στοίχιζε τη ζωή χιλιάδων ή και εκατομμυρίων ανθρώπων στη Νότια Κορέα και στην Ιαπωνία, καθώς θεωρείται βέβαιο ότι το βορειοκορεατικό καθεστώς δεν θα υποκύψει χωρίς να πλήξει σκληρά τους συμμάχους των ΗΠΑ. Επίσης, κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει την άμεση και μεσοπρόθεσμη στάση της Κίνας σε περίπτωση αμερικανικής επίθεσης εναντίον της Βόρειας Κορέας, ιδίως από τη στιγμή που υπάρχει το ιστορικό προηγούμενο του 1950.

Η οδός της εσωτερικής ανατροπής φαντάζει ακόμα πιο δύσβατη, καθώς από τη Βόρεια Κορέα απουσιάζει παντελώς οποιαδήποτε έννοια κοινωνίας πολιτών, ενώ η σχέση εξουσίας και κοινωνίας θα μπορούσαμε να πούμε ότι συνιστά ένα ιδιότυπο μείγμα κομμουνιστικής δικτατορίας, κομφουκιανής μοναρχίας και ανατολικής δεσποτείας. Για αυτόν τον λόγο το καθεστώς παρέμεινε αλώβητο από την πτώση του κομμουνισμού, και ποτέ ως σήμερα δεν αντιμετώπισε κινήματα αντιφρονούντων, σαν αυτά που υπήρξαν στην Ανατολική Ευρώπη. Ο βορειοκορεατικός πληθυσμός θεωρεί αδιανόητη την κριτική και εναντίωση προς την ηγεσία του, παρά τη μεγάλη φτώχεια, η οποία γίνεται αντιληπτή ως η μόνιμη και φυσιολογική κατάσταση της ζωής στη χώρα. Ανεκτές, με τα δυτικά δεδομένα, είναι οι συνθήκες ζωής μόνο στην πρωτεύουσα Πιονγιάνγκ, όπου βρίσκεται εγκατεστημένος ο κρατικός και κομματικός μηχανισμός.

Ούτε όμως για την κινεζική πλευρά το ζήτημα της Κορεατικής χερσονήσου αποτελεί εύκολο αίνιγμα. Οι Κινέζοι επιθυμούν να συνεχίσει να υπάρχει μια ανεξάρτητη και όσο γίνεται πιο ισχυρή και ενοχλητική για τους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους Βόρεια Κορέα, όχι όμως σε βαθμό που θα ξεπερνούσε τα όρια, δίνοντάς τους την αφορμή να επιτεθούν στρατιωτικά. Κατά συνέπεια τη στηρίζουν αλλά ταυτόχρονα προσπαθούν να τη χαλιναγωγήσουν, και συντάσσονται πάντα με τη διεθνή κοινότητα όταν της επιβάλλει κυρώσεις, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να κατευνάσουν επίσης τους Αμερικανούς.

Η διατήρηση αυτής της ισορροπίας είναι αβέβαιη και οριακή, ενώ, σε περίπτωση που χανόταν και ακολουθούσε κλιμάκωση με κατάληξη μια αμερικανική επέμβαση, οι Κινέζοι θα βρίσκονταν μπροστά σε ένα τρομακτικό δίλημμα, το οποίο θέλουν οπωσδήποτε να αποφύγουν: να αντιπαρατεθούν με τις ΗΠΑ, με πιθανότητα πολέμου όπως το 1950-53, ή να αποδεχτούν την ένωση της Κορέας υπό αμερικανικό έλεγχο. Και τα δύο ενδεχόμενα θα αποτελούσαν εξαιρετικά αρνητική εξέλιξη για τον μακροπρόθεσμο ευρύτερο σχεδιασμό της κινεζικής ηγεσίας.

Το καθεστώς της Βόρειας Κορέας έχει πλήρη επίγνωση των παραπάνω δεδομένων και αδιεξόδων, και τα εκμεταλλεύεται στο έπακρο. Παρότι η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από τα διεθνή ΜΜΕ συχνά ως ανορθολογική και απρόβλεπτη, μέχρι και παρανοϊκή, στην πραγματικότητα η στάση του είναι απόλυτα ορθολογική, καθώς γνωρίζει ότι η Κίνα δεν μπορεί να επιτρέψει την κατάρρευσή του, και ότι οι ΗΠΑ θέλουν να αποφύγουν μια νέα επέμβαση στην Κορέα. Με την προκλητική και απειλητική συμπεριφορά του, το βορειοκορεατικό καθεστώς έχει καταφέρει ως τώρα να αποσπά συμβιβασμούς και παραχωρήσεις, αφού οι ΗΠΑ και η Κίνα ήθελαν να αποφύγουν την πιθανότητα αρνητικής κλιμάκωσης στις μεταξύ τους σχέσεις, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα ανησυχούν για την εθνική τους ασφάλεια, ενώ η διεθνής κοινότητα πιέζει όπως πάντα αορίστως για μια ειρηνική λύση, χωρίς βέβαια να υποδεικνύει ούτε στο ελάχιστο με ποιο τρόπο θα μπορούσε αυτή να επιτευχθεί.

Μέχρι τώρα το «πόκερ» του βορειοκορεατικού καθεστώτος έχει αποδειχτεί επιτυχημένο, όμως η ιστορία διδάσκει ότι οι μικρές χώρες μόνο πρόσκαιρα μπορούν να εκμεταλλεύονται προς όφελός τους ισορροπίες και αδιέξοδα στα οποία εγκλωβίζονται συγκυριακά οι μεγάλες δυνάμεις. Αργά ή γρήγορα η αντικειμενική κατάσταση μεταβάλλεται, για λόγους που υπερβαίνουν τα όρια δράσης και ελέγχου των χωρών αυτών, ή οι ίδιες διαπράττουν ένα μοιραίο λάθος, με αποτέλεσμα τη συντριβή τους.

Η πολιτική Τραμπ

Οι κυβερνήσεις Μπους και Ομπάμα είχαν υιοθετήσει τη στρατηγική της απομόνωσης, επιδιώκοντας την πολιτική και οικονομική ασφυξία του βορειοκορεατικού καθεστώτος μέσω οικονομικών κυρώσεων και πολιτικής πίεσης, στοχεύοντας καταρχήν να το καταστήσουν ανήμπορο να διατηρεί πυρηνικά όπλα, και στη συνέχεια να το οδηγήσουν σε κατάρρευση. Γνώρισαν όμως πλήρη αποτυχία, καθώς η Βόρεια Κορέα κατά τη διάρκεια αυτών των ετών όχι μόνο δεν αποδυναμώθηκε, αλλά και έφτασε στο απόγειο της στρατιωτικής της ισχύος. Σημαντική αιτία αυτής της εξέλιξης ήταν η στάση της Κίνας, η οποία συνέχισε να αποτελεί ουσιαστικά τον μοναδικό εμπορικό εταίρο του βορειοκορεατικού καθεστώτος, αλλά και να του προσφέρει πρόσβαση στα τραπεζικά της ιδρύματα.

Ο μόνος τρόπος να επιτύχει η στρατηγική της απομόνωσης θα ήταν να ασκηθεί πολύ ισχυρή πίεση προς την Κίνα ώστε να αποσύρει τη στήριξή της προς τη Βόρεια Κορέα, όμως κάτι τέτοιο βρισκόταν σε αντίθεση με την υψηλή στρατηγική των προεδριών Μπους και Ομπάμα, όπως προηγουμένως και εκείνης του Μπιλ Κλίντον. Και οι τρεις πρόεδροι έθεταν ως βασική τους ατζέντα την προώθηση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, θεμελιώδες στοιχείο της οποίας αποτελούσε το ελεύθερο εμπόριο με την Κίνα και η στόχευση της σταδιακής ολοκληρωμένης ενσωμάτωσης της χώρας στο δυτικό θεσμικό πλαίσιο.

Η προεδρία Τραμπ μέχρι τώρα συνιστά ρήξη με αυτήν τη λογική, καθώς απορρίπτει το άνευ όρων ελεύθερο εμπόριο και θέτει ως θεμελιώδη της στόχο την αναζωογόνηση της αμερικανικής παραγωγικής βάσης, συνεπώς την αποτροπή περαιτέρω φυγής αμερικανικών βιομηχανιών προς την Κίνα, όπως και τον μηδενισμό του αμερικανικού εμπορικού ελλείμματος. Επιπλέον, ο πρόεδρος Τραμπ έχει από παλαιότερα εκφράσει την πεποίθηση ότι η Κίνα αποτελεί τον κύριο αντίπαλο της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας και τη μεγαλύτερη απειλή για το μέλλον, συμφωνώντας με τους ρεαλιστές διεθνολόγους. Αντιλαμβανόμενος την Κίνα ως αντίπαλο, ο Τραμπ, σε αντίθεση με τους προκατόχους του, δεν έχει ενδοιασμούς να υιοθετήσει μια πολύ σκληρή στάση έναντι της Βόρειας Κορέας, όπως και να πιέσει με αποφασιστικότητα τους Κινέζους, ώστε να πάψουν να τη στηρίζουν.

Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών δικαιώνουν τον Αμερικανό πρόεδρο, καθώς φαίνεται ότι η κινεζική ηγεσία, διαψεύδοντας τις εκτιμήσεις των περισσότερων αναλυτών, αποδέχτηκε πλήρως τις αμερικανικές αξιώσεις, διακόπτοντας την τραπεζική συνεργασία με τη Βόρεια Κορέα. Το πιθανότερο είναι ότι η Κίνα προχώρησε σε αυτήν την ενέργεια ελπίζοντας σε σχετική εξομάλυνση της κατάστασης, επιθυμώντας τη διάσωση του βορειοκορεατικού κράτους και όχι την πτώση του, ωστόσο αν αυτή η πολιτική εφαρμοστεί και παγιωθεί, η αντικειμενική κατάσταση για το βορειοκορεατικό καθεστώς θα γίνει εξαιρετικά δύσκολη.

* Ο Σωτήριος Φ. Δρόκαλος είναι κάτοχος μεταπτυχιακού Διεθνών Σχέσεων από το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια. Είναι συγγραφέας τριών βιβλίων ιστορίας, και 15 μελετών που έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Στρατιωτική Ιστορία» και «Ιστορικά Θέματα». Αρθρογραφεί σχετικά με τη διεθνή πολιτική σε ιταλικά και ελληνικά μέσα ενημέρωσης».

Πρόσφατα Άρθρα

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked with *

Cancel reply

Απόψεις

Αρθρογράφοι

Εξοπλισμοί

Βίντεο