Ελληνοτουρκική ισορροπία ισχύος μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου

Ελληνοτουρκική ισορροπία ισχύος μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου

Η κατάσταση επιδεινώνεται συνεχώς ενώ ταυτόχρονα πολλαπλασιάζονται ποσοτικά και ποιοτικά οι τουρκικές προκλήσεις ενισχυόμενες και από την αυτοπεποίθηση που προκαλεί η διευρυνόμενη διαφορά ισχύος

Του Ιπποκράτη Δασκαλάκη*

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 αρχίζουν να εμφανίζονται αναλύσεις και συγκρίσεις σχετικά με τη στρατιωτική ισχύ και την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Οι αρχικές αναλύσεις επικεντρώνονταν σε αριθμούς μεραρχιών, μετρούσαν χιλιάδες ανδρών και κατέγραφαν αριθμούς οπλικών συστημάτων με έμφαση τα άρματα μάχης, τα πολεμικά πλοία επιφανείας και υποβρύχια και τα αεροσκάφη. Σταδιακά οι αναλύσεις έγιναν λεπτομερέστερες και άρχισαν να εξετάζουν και πιο περίπλοκα θέματα όπως επάνδρωση, ετοιμότητα, επίπεδο εκπαίδευσης, διαθεσιμότητες, υποστήριξη, δόγματα, ποιότητα έμψυχου δυναμικού, ηθικό, ηγεσία, διάταξη μάχης, συστήματα διοικήσεως και επικοινωνιών κλπ. Η εμβάθυνση και εξέταση περισσοτέρων συντελεστών σίγουρα συνέβαλε στην καλύτερη απεικόνιση της σχετικής ισχύος των αντιπάλων αλλά οι αστάθμητοι και μη μετρήσιμοι παράγοντες πάντοτε διατηρούσαν την αμοιβαία αβεβαιότητα σε υψηλά επίπεδα. Αν μάλιστα σε αυτήν την αβεβαιότητα προστεθεί και η «τριβή» του πολέμου (έννοια του Clausewitz που αναφέρεται στην παρείσφρηση τυχαίων γεγονότων στις επιχειρήσεις) καταλαβαίνουμε τη σχετικότητα της επικαλούμενης ισορροπίας ισχύος.

Αναμφισβήτητα τα τελευταία δέκα χρόνια, η πλειονότητα των αναλύσεων καταδείκνυαν μια σταδιακή αύξηση της τουρκικής στρατιωτικής ισχύος σε όλους τους τομείς και μια  αντίστοιχη ελληνική υποχώρηση. Η μεν πρώτη οφείλεται σε μια μεγέθυνση της τουρκικής οικονομίας και συνδυασμό με μια μακροχρόνια στρατηγική σχεδίαση και επιμελημένη προσπάθεια ενίσχυσης των ενόπλων δυνάμεων με ενεργό συμμετοχή και της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Αντίθετα στην Ελλάδα, η κορύφωση της αμυντικής προσπάθειας που ακολούθησε την κρίση των Ιμίων, υπήρξε σπασμωδική, ασυντόνιστη, επιφανειακή και ενίοτε δυσανάλογη του κόστους της. Η προσπάθεια αυτή σταδιακά εγκαταλείφθηκε σε μια ακατανόητη και μονόπλευρη έξαρση ευφορίας για αποκλεισμό των πολεμικών συγκρούσεων ως μέσου επίλυσης διακρατικών διαφορών. Ακολούθησε η μακροχρόνια οικονομική κρίση (και όχι μόνο) που κατέστησε απαγορευτική την προμήθεια και των πλέον απαραίτητων υλικών και εφοδίων περιορίζοντας σημαντικά ακόμη και τις βασικές εκπαιδευτικές δραστηριότητες.

Έτσι βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 2010, μεσούσης της οικονομικής κρίσεως στη χώρα μας, με τα αντίστοιχα διαγράμματα αμυντικών δαπανών Ελλάδος και Τουρκίας να ακολουθούν αποκλίνουσες πορείες με θεαματική αύξηση της μεταξύ τους απόστασης. Προσπάθειες κάλυψης της συνεχούς διευρυνόμενης διαφοράς με επίκληση οικονομικότερης διαχείρισης των πόρων, βελτίωσης της εκπαίδευσης, επιλογής αποδοτικότερων τακτικών, είναι αντιληπτό ότι παρέχουν περιορισμένα όρια απόδοσης. Τα παλαιότερα επικαλούμενα υπέρ ημών ποιοτικά χαρακτηριστικά έχουν ανατραπεί σε σημαντικό βαθμό ενώ η σχετικά περιορισμένη πολεμική εμπειρία των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων δημιουργεί σημαντικούς προβληματισμούς. Ακόμη και η μακροχρόνια «ναυτοσύνη» του λαού μας αμφισβητείται από μια τεραστίων διαστάσεων εξοπλιστική προσπάθεια της γείτονος με παράλληλη αύξηση κάθε είδους εκπαιδευτικής δραστηριότητος. Πέραν λοιπόν των ψυχρών αριθμών που κινούνται συντριπτικά σε βάρος μας, υπεισέρχεται ακόμη πιο ανησυχητικά η ανισόρροπη ποιοτική βελτίωση των αντιπάλων μας βασιζόμενη σε πολεμική εμπειρία, πληθώρα ασκήσεων και επάρκεια εκπαιδευτικών υλικών και εφοδίων. Παράλληλα, το μεταναστευτικό-προσφυγικό πρόβλημα εκτρέπει μερικώς και τους περιορισμένους ανθρώπινους και υλικούς πόρους των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων προς πάρεργα, ζωτικής όμως εθνικής σημασίας, καθώς κανένα άλλο τμήμα της δημόσιας διοίκησης δεν μπορεί να ανταποκριθεί ικανοποιητικά στις πιεστικές ανάγκες που δημιουργούνται. Η κατάσταση γίνεται ακόμη δυσκολότερη καθώς η εμπλοκή των ενόπλων δυνάμεων σε κοινωνικά έργα αποτελεί διαχρονική πολιτική επιλογή ενίοτε πέραν των καλώς εννοούμενων ορίων και αποστολών.

Η κατάσταση επιδεινώνεται συνεχώς ενώ ταυτόχρονα πολλαπλασιάζονται ποσοτικά και ποιοτικά οι τουρκικές προκλήσεις ενισχυόμενες και από την αυτοπεποίθηση που προκαλεί η διευρυνόμενη διαφορά ισχύος. Οι προκλήσεις και οι τουρκικές διεκδικήσεις  αποτελούν τμήμα ενός μακροχρόνιου σχεδίου  ανατροπής του υπάρχοντος status quo στην περιοχή υπέρ της αναθεωρητικής τουρκικής δύναμης. Οποιαδήποτε άλλη θεωρία που εστιάζει σε εσωτερικές διαφορές, αντιπαλότητες, διαμάχες «πολεμόχαρων» και «ειρηνόφιλων» Τούρκων αποτελεί μια επικίνδυνη αγνόηση της σταθερής βάσεως της απειλής που απορρέει από τη γενικότερη ανατροπή ισχύος και δημογραφίας σε βάρος της Ελλάδος.

Το καλοκαίρι το 2016 και εξαιτίας του αποτυχημένου πραξικοπήματος στην Τουρκία, διακόπτεται απότομα αυτή η αύξηση της «ψαλίδας» της στρατιωτικής ανισορροπίας μεταξύ των δύο χωρών. Ο διαφημιζόμενος ως υψηλής αποτελεσματικότητας μηχανισμός των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων δέχεται σημαντικά πλήγματα. Οι απώλειες ανθρώπων και μέσων στη διάρκεια των εμφυλίων συγκρούσεων είναι σχετικά μηδαμινές. Η «κάθαρση» όμως που ακολουθεί και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, απομακρύνει από το στράτευμα μεγάλο ποσοστό έμπειρων στελεχών, ειδικά από τις τάξεις της πολεμικής αεροπορίας. Πλέον όμως του αριθμού των απομακρυθέντων και της απολεσθείσης ξαφνικά εμπειρίας το ψυχολογικό τραύμα στο εσωτερικό των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και μεταξύ  στρατευμένων, σωμάτων ασφαλείας και του ίδιου του λαού έχει σημαντικά διευρυνθεί με ανυπολόγιστα αποτελέσματα. Η αντιπαράθεση στρατιωτικών δυνάμεων σε εμφυλιακές καταστάσεις επιφέρει αποτελέσματα μη δυνάμενα να εκτιμηθούν αλλά σίγουρα αρνητικά στη μαχητική ισχύ του στρατεύματος. Η καχυποψία που αναπτύσσεται και ο συνεπακόλουθος διαχωρισμός σε «ημέτερους» και «αντίπαλους» διαρρηγνύει το ηθικό, την πειθαρχεία του στρατεύματος άρα και την απόδοση του. Αν μάλιστα συνυπολογιστεί η καθημερινή πλέον εμπλοκή σε χαμηλής έντασης συγκρούσεις, χωρίς προοπτική στρατιωτικής επικράτησης σε πολλαπλά μέτωπα  (Συρία, ΡΚΚ, ισλαμιστική τρομοκρατία), αντιλαμβανόμαστε ότι η αποκτηθείσα στρατιωτική εμπειρία δεν μπορεί να καλύψει τις δυσανάλογες αρνητικές επιπτώσεις. Ανάλογες δυσάρεστες καταστάσεις γνώρισε και το ελληνικό στράτευμα στο παρελθόν με αρνητικά έως και τραγικά αποτελέσματα. Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις αντίστοιχες υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις του Σαντάμ, για τη μαχητική ικανότητα των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων το 1980 (ένα έτος μετά την εκθρόνιση του Σάχη και τις ευρείες εκκαθαρίσεις στο στράτευμα) που απεδείχθησαν λανθασμένες καθώς ο ισλαμιστικός φανατισμός που εμφύσησε το ιερατείο κάλυψε τα κενά που είχαν δημιουργηθεί.

Για να μην παρεξηγηθούμε, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις είναι σήμερα ισχυρές σε μέσα και σε έμψυχο υλικό. Σίγουρα οι επιπτώσεις του πραξικοπήματος σε συνδυασμό με μια αλόγιστη εμπλοκή σε όλα τα σημεία των συνόρων αλλά και εντός της χώρας μείωσαν τη μαχητική ισχύ των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Παρά ταύτα δεν παύουν να αποτελούν μια υπολογίσιμη και απειλητική στρατιωτική μηχανή που μπορεί έχοντας και την πρωτοβουλία των κινήσεων, τοπικά και χρονικά, να επιφέρει συντριπτικά πλήγματα στις ημέτερες δυνάμεις ή ακόμη και να διεξαγάγει επιτυχώς ένα μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς. Τυχόν δικός μας εφησυχασμός θα είναι πολύ επικίνδυνος καθώς ο αντίπαλος, έστω και σχετικά αποδυναμωμένος, είναι επικίνδυνος, ενδεχομένως και απρόβλεπτος, καθώς επιζητά να καταδείξει την αποτελεσματικότητα του σε εχθρούς, φίλους και στο εσωτερικό της χώρας. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου ίσως να έδωσε μια αναγκαία ανάσα ζωής στην σημαντικά διαταραχθείσα σε βάρος μας ισορροπία ισχύος αλλά κατά πάσα πιθανότητα έχει ημερομηνία λήξεως (παρά κάποιες προβλέψεις που ομιλούν για κατάρρευση της Τουρκίας βασιζόμενες περισσότερο σε «ευσεβείς πόθους»). Η κατάλληλη εκμετάλλευση της δοθείσης ευκαιρίας εξαρτάται μόνο από εμάς και δεν περιορίζεται στην επαύξηση της στρατιωτικής ισχύος και σθεναρή στάση μας αλλά απαιτεί  μια άμεση εθνική ανόρθωση σε όλους τους τομείς. Η εσωτερική αναταραχή στην Τουρκία ενδεχομένως να αποτελεί την εμφάνιση του εναγωνίως επιζητούμενου «από μηχανής θεού» αλλά στην περίπτωση μας ισχύει περίτρανα και η ρήση που αναφέρει «συν την Αθηνά και χείρα κίνει».

ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ- Υποστράτηγος (εα)

  • Πτυχιούχος τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Παντείου Πανεπιστημίου
  • Μεταπτυχιακό στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
  • Μέλος του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ)
  • Συνεργάτης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ)
  • Διαλέκτης στη ΣΕΘΑ
  • rafaelmarippo@yahoo.gr

Πρόσφατα Άρθρα

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked with *

Cancel reply

Απόψεις

Αρθρογράφοι

Εξοπλισμοί

Βίντεο